Πέμπτη, 23 Μαΐου

Κήρυγμα Π. Πέτρος, 28.04.24 – Κυριακὴ τῶν Βαΐων

Βρισκόμαστε ἤδη στὰ πρόθυρα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Ἑβδομάδας. Τὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας τὶς ἐπερχόμενες ἡμέρες ἐκφράζεται στὸν στίχο τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος: «Μηδὲν μεριμνᾶτε» (Φιλιπ. 4,5-6). Ὁ νοῦς της εἶναι προσηλωμένος στὸ μέγα μυστήριο τῆς σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὣς τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ δὲν τελοῦνται ἐπιμνημόσυνες δεήσεις, οὔτε μνημονεύονται οἱ Ἅγιοι τῆς ἡμέρας στὸν Κανόνα τοῦ Ὄρθρου. «Ὁ Κύριος ἐγγύς· μηδὲν μεριμνᾶτε», διότι ποιά ἄλλη μέριμνα θὰ μποροῦσε νὰ ἀπασχολήσει τὸν νοῦ, ἐνώπιον Θεοῦ Ἐσταυρωμένου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου; «Ὁ Κύριος ἐγγύς· φοβηθήτω τὸν Κύριον πᾶσα ἡ γῆ» (Ψαλμ. 32,8). Σὲ λίγες ἡμέρες ἡ Ἐκκλησία θὰ καλέσει «πᾶσαν σάρκα βροτείαν» νὰ σιγήσει στὴ θέα τοῦ Ἀμνοῦ τοῦ Θεοῦ, ποὺ «προσέρχεται σφαγιασθῆναι» (Χερουβικὸς Ὕμνος Μεγάλου Σαββάτου), διακηρύσσοντας: «Ἐν τῇ ταπεινώσει Αὐτοῦ ἡ κρίσις Αὐτοῦ ἤρθη» (Ἡσ. 53,8).

Ὁ Κύριος ἀρνήθηκε κάθε ἐπίγεια δόξα καὶ παραδόθηκε δίχως ἀντίσταση σὲ αὐτοὺς ποὺ ἦλθαν νὰ Τὸν αἰχμαλωτίσουν. Ὡστόσο, εἶχε ἤδη αἰχμαλωτισθεῖ ἀπὸ πολὺ ἰσχυρότερα δεσμά, τὰ δεσμὰ τῆς ἀγάπης Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καί, προπαντός, τὰ δεσμὰ τῆς ὑπακοῆς Του πρὸς τὸν Πατέρα, στὸ Ὄνομα τοῦ Ὁποίου ἦλθε στὸν κόσμο. «Μηδὲν μεριμνᾶτε». Ὁ Κύριος μὲ τὸν Σταυρὸ φανέρωσε τὴν ὁδό Του στὸν κόσμο. Χαράσσοντας, ὅμως, τὴ σταυρικὴ ὁδό, μετέτρεψε τὴ ζοφερότερη ὥρα τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας σὲ «φῶς σωστικόν». Γι’ αὐτὸ τὴ Μεγάλη Δευτέρα ψάλλουμε: «Τὰ πάθη τὰ σεπτὰ… ὡς φῶτα σωστικὰ ἀνατέλλει τῷ κόσμῳ». Μὲ τὸν ἄδικο θάνατό Του ὁ Χριστὸς κατέλυσε τὸν θάνατο καὶ ἀποκάλυψε στοὺς γηγενεῖς ὁδὸ ἀπερινόητη καὶ ἀδιάβατη ὣς τότε: τὴν ὁδὸ ποὺ μέσῳ ἀναμάρτητου θανάτου καὶ ἀθώας θυσίας ὁδηγεῖ στὴ νίκη ἐπὶ τοῦ κακοῦ.

Στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἐκπληρώνεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ψαλμικὸ λόγιο: «Ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν· ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε» (Ψαλμ. 84,11-12). Στὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἀνατέλλει ἡ ἀλήθεια ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, δηλαδὴ ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ὅπως τὸν εἶχε συλλάβει ὁ Θεὸς προαιωνίως. Καὶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σκύβει ἡ θεία δικαιοσύνη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ κρίση: Ἐλέγχει τὸ κακό, συνάμα ὅμως, ἐλεεῖ τὸν ἁμαρτωλό. Ὁ προφήτης Ζαχαρίας ἀναγγέλλει: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον» (Ζαχ. 9,9). Ὑποδεικνύει μὲ τὸν λόγο του ὅτι ὁ Κύριος ἔρχεται ὡς «Ἄρχων εἰρήνης», φέροντας σωτηρία.

Σήμερα βλέπουμε νὰ ἀναμένει τὴν ἄφιξη τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα ὁλόκληρο πλῆθος. Γιατί, ἄραγε; Ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ τετραημέρου Λαζάρου, περίμεναν νὰ προϋπαντήσουν τὸν Χριστὸ ὡς τὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου. Ἐπίσης, ἕνα ἄλλο πλῆθος ἀκολουθοῦσε τὸν Κύριο ἀπὸ τὴ Βηθανία μὲ φόβο καὶ δέος, γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἦταν ἕτοιμοι νὰ πορευθοῦν στὴν ὁδό Του. Ἦταν ὅλοι ἔκθαμβοι μὲ τὴ νίκη Του ἐπὶ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ δὲν διέθεταν τὸ σθένος νὰ ἀσπασθοῦν τὸν Σταυρό Του. Θέλχθηκαν ἀπὸ τὴ δόξα τῆς νίκης Του. Ἡ δόξα ὅμως αὐτὴ ἦταν «ἕτερη», «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ὁ Ἴδιος λίγο ἀργότερα διακήρυξε ὅτι ἡ ὥρα τοῦ Σταυροῦ ἦταν ἡ ὥρα τοῦ δοξασμοῦ Του (Ἰω. 13,31). Δόξα γιὰ τὸν Χριστὸ ἦταν ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Πατρός. Κατὰ τὴν εἴσοδο τοῦ Κυρίου στὰ Ἱεροσόλυμα ἡ δόξα Του ἔλαμψε ἀκαριαῖα σὰν ἀστραπή, ἀλλὰ ἐπίσης ἀκαριαῖα ἐξαφανίσθηκε, μᾶλλον καλύφθηκε ἀπὸ τὸ σκότος τοῦ κόσμου τούτου. Τὸ πλῆθος ποὺ ἦταν γύρω Του διασκορπίσθηκε, ἀνίκανο νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰω. 12,24). Ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες στιγμὲς διακρίνουμε τοὺς καρποὺς τοῦ Σταυροῦ: τὸν «ἐκ δεξιῶν» ληστή· τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ ἐνῶ ἦταν εἰδωλολάτρης, πίστεψε στὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ· τὸν Ἰωσήφ, ποὺ ἀπέκτησε τὴν τόλμη νὰ ζητήσει τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸν Πιλάτο. Βεβαίως, ὁ θαυμαστότερος καρπὸς τοῦ Σταυροῦ ἦταν ἡ ἐπιδημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μετὰ ἀπὸ τὴν ὁποία ἐμφανίσθηκαν νέφη μαρτύρων στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Δίκαιοι στὴν Ἀποκάλυψη παρουσιάζονται νὰ παρίστανται ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, κρατώντας κλάδους φοινίκων, ὅπως σήμερα οἱ παῖδες τῶν Ἑβραίων, καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Κύριο κράζοντας: «Ἡ σωτηρία τῷ Θεῷ ἡμῶν τῷ καθημένῳ ἐπὶ τῷ θρόνῳ, καὶ τῷ Ἀρνίω» (Ἀποκ. 7,9). Σὲ αὐτοὺς ἀναφέρεται ὁ λόγος: «Οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης, καὶ ἔπλυναν τὰς στολὰς αὐτῶν, καὶ ἐλεύκαναν ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἀρνίου (Ἀποκ. 7,14) καὶ ἐν τῷ στόματι αὐτῶν οὐχ εὑρέθη δόλος· ἄμωμοί γάρ εἰσιν ἐνώπιον τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ (Ἀποκ. 14,5).

Ἕνα μόνον πόθο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε εἰσερχόμενοι στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, νὰ ἀποδώσουμε δόξα στὸν Θεὸ «ἐκ καθαρᾶς καρδίας». Πλὴν ὅμως, ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι δὲν μᾶς διακατέχει αὐτὸς ὁ πόθος. Μόνον ἂν ἤμασταν τοῦ ἰδίου γένους μὲ τὴν Παναγία, θὰ μπορούσαμε νὰ προσφέρουμε θεοπρεπῆ αἶνο στὸν Σωτήρα μας. Μολαταῦτα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παροτρύνει νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος, προσιτὸς σὲ ὅλους μας, νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Κύριο ἀπὸ καρδιᾶς, ὁ τρόπος ποὺ φανερώνει τὸ ὑπόδειγμα τοῦ πρωτοκορυφαίου μαθητῆ Του, τοῦ Πέτρου. Ὁ Πέτρος ὑπέστη φοβερὴ πτώση. Ἔθεσε τὴν πεποίθηση στὸν ἑαυτό του καὶ διακήρυσσε: «Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν Σοί, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι» (Ματθ. 26,33)· καί, «κἂν δέῃ μὲ σὺν Σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή Σὲ ἀπαρνήσωμαι» (Ματθ. 26,35). Τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία πρόφερε αὐτοὺς τοὺς λόγους, βρισκόταν στὴ μεγαλύτερη ἀδυναμία του, διότι ἀμέσως μετὰ τὸ ἴδιο στόμα ἐξέφερε τὸν φοβερὸ λόγο: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» (Μάτθ. 26,74). Ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του ὑψώθηκε σὰν τοῖχος ἀνάμεσα σὲ αὐτὸν καὶ τὸν Διδάσκαλό του. Ὅταν εἶπε: «Ἐγὼ δὲν θὰ Σὲ ἀπαρνηθῶ», αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» τὸν χώρισε ἀπὸ τὸν Χριστό. Ὡστόσο, θὰ μπορούσαμε ἐπίσης νὰ ποῦμε ὅτι, οὐδέποτε προηγουμένως ἦταν ἐγγύτερα στὸν Διδάσκαλο, ὅπως ἦταν ἀφότου «ἔκλαυσε πικρῶς». Ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Κύριο ἔγινε πλέον ἀδιάρρηκτος.

Τὶς ἐρχόμενες ἡμέρες ὁ Κύριος κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας καὶ λέγει: «Ἰδού, ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου, καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτόν, καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. 3,20). Ἂν Τοῦ ἀνοίξουμε, θὰ ἀκούσουμε τὸν στεναγμό Του: «Πάτερ δίκαιε, καὶ ὁ κόσμος Σε οὐκ ἔγνω» (Ἰω. 17,25)· θὰ ἀντικρίσουμε τὸ Πρόσωπό Του «χωρὶς εἶδος, οὐδὲ δόξα» (Ἡσ. 53,2), ἐφόσον ἔγινε γιὰ χάρη μας σὰν «σκώληξ» μέσα στὴ γῆ (Ψαλμ. 21,7). Τότε, μὲ πικρὰ δάκρυα εὐγνωμοσύνης θὰ μπορέσουμε νὰ Τοῦ ἀναπέμψουμε ὕμνο, κράζοντας: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς Αὐτοῦ, ὁ πάλιν ἐρχόμενος κρῖναι τὸν κόσμον τῇ δικαιοσύνῃ τῆς ἀμώμου καὶ εἰς τέλος ἀγάπης Αὐτοῦ». Ἀμήν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *