Πέμπτη, 23 Μαΐου

Κήρυγμα τοῦ Π. Πέτρου, 31.03.24, Κυριακὴ τοῦ ἅγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ

Ὑπῆρξε καιρός, ἀδελφοί μου, ποὺ ὁ Θεὸς βγῆκε νὰ ἀναζητήσει τὸ πλάσμα Του, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος κρύφθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία Του, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἄστεκτη γι’ αὐτόν. Αὐτὸ συνέβη ὅταν ὁ Ἀδὰμ παρέβη τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐξορία τῶν πρωτοπλάστων ἀπὸ τὸν Παράδεισο εἶναι τὸ γεγονὸς ποὺ μνημονεύουμε στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Τὴν ἀκόλουθη Κυριακή, τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, μνημονεύσαμε ἕνα ἀκόμη μεγαλύτερο γεγονός: τὴν ἀλήθεια τοῦ Ὀρθοδόξου δόγματος ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει θεὸς κατὰ χάριν. Ἑορτάσαμε τὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης πίστεως, τὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναστήλωση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ κάθε ἀνθρώπου.

Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μᾶς προκαλεῖ μεγάλη ἀπορεία. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἦλθε στὸν κόσμο καὶ ὄργωσε τὴ γῆ τῆς καρδιᾶς μας μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του γιὰ νὰ σπείρει τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου Του. Ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ «ἐπλήσθη δόξα Κυρίου» (Γ’ Βασ. 8,11), «Οὗ οἶκος ἐσμέν ἡμεῖς» (Ἑβρ. 3,6). Ὡστόσο, ὅλοι μας διαπιστώνουμε ὅτι ὑστερούμεθα καὶ πόρρω ἀπέχουμε ἀπὸ τὴ δόξα αὐτή∙ δὲν τὴν γευθήκαμε μέσα στὴν ἴδια μας τὴ σάρκα. Γιατί συμβαίνει αὐτό; Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὴ συναντήση τοῦ Φιλίππου καὶ τοῦ Ναθαναὴλ μὲ τὸν Κύριο (Ἰω. 1,43-51), ποὺ μᾶς διδάσκει δύο προϋποθέσεις ποὺ πρέπει νὰ ἐκπληρώσουμε γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Ἡ πρώτη εἶναι: «Ἔρχου καὶ ἴδε», ὁ λόγος ποὺ εἶπε ὁ Φίλιππος στὸν Ναθαναήλ, ὅταν ὁ Ναθαναὴλ ἀμφέβαλε καὶ ἀναρωτιόταν ἂν «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι». Στὴν πραγματικότητα, αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Πρέπει νὰ ἔλθουμε καὶ νὰ δοῦμε, πρέπει ὅλοι νὰ κάνουμε τὸ πείραμά μας στὴν πνευματική μας ζωὴ γιὰ νὰ γευθοῦμε τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.

Μία ἄλλη προϋπόθεση εἶναι ὅτι πρέπει νὰ Τὸν πλησιάσουμε μὲ καθαρὴ καρδιά. Γι’ αὐτό, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶδε τὸν Ναθαναήλ, εἶπε: «ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἐστιν». Ἑπομένως, πρέπει νὰ πλησιάζουμε τὸν Θεὸ μὲ καρδιὰ μέσα στὴν ὁποία δὲν ὑπάρχει δόλος. Πῶς μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε μία τέτοια καρδιά; Ἡ ἀπαντήση δίδεται αὐτὴ τὴν Κυριακὴ στὸ πρόσωπο καὶ στὴ διδασκαλία τοῦ πολὺ μεγάλου Ἱεράρχη τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ ἀγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Ὁ Κτίτορας τῆς Μονῆς μας, ὁ ἅγ. Σωφρόνιος, εἶπε κάποτε ὅτι ἑξακόσια χρόνια πρὶν ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔδωσε ἀπαντήσεις στὰ ἀδιέξοδα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὄχι μιλώντας γιὰ τὸν ἄγνωστο Θεὸ τῶν προπατόρων μας (Πράξ. 17,23), ἀλλὰ κηρύττοντας ἕναν Θεό, ποὺ εἶναι γνωστὸς καὶ Ἡγαπημένος. Δίδαξε πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γνωρίσει ἀληθινὰ τὸν Θεὸ μέσα στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα. Μέσῳ τῆς θεολογίας του, ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀντιπροσωπεύει τὴν πεμπτουσία τῆς παραδόσεώς μας, ποὺ εἶναι ὁ Ἡσυχασμός.

Πράγματι, ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι τὸ σῶμα τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ μπορεῖ νὰ ὁρισθεῖ σὲ μία σύντομη φράση: ἡ παράσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν νοῦ στὴν καρδιά. Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Παλαμᾶς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἐξήγησε ὅτι ἡ καρδιά μας δὲν εἶναι ἕνας ἁπλὸς μῦς ποὺ ἀντλεῖ αἷμα στὸ σῶμα, ἀλλὰ πνευματικὸ κέντρο τοῦ εἶναι μας, ὁ τόπος μέσα στὸν ὁποῖο ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Θεό. Γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἑνώση αὐτή, πρέπει νὰ σταυρώσουμε τὸν νοῦ μας μὲ τὰ εὐαγγελικὰ προστάγματα, δηλαδὴ νὰ δεχθοῦμε τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου μὲ πίστη καὶ νὰ ἐλέγξουμε τὴ ζωή μας ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Συχνὰ οἱ ἄνθρωποι μᾶς ρωτοῦν: «Πῶς πρέπει νὰ κάνω τὴν πρώτη μου ἐξομολόγηση;» Φθάνει νὰ διαβάσουμε τὰ πρῶτα κεφάλαια τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου καὶ νὰ κρίνουμε τὴ ζωή μας κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῶν θείων ἐντολῶν. Τότε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ εἰσέρχεται στὴ ζωή μας καὶ μέσῳ τοῦ Σταυροῦ βρίσκουμε τὴν καρδιά μας. Εἶναι μεγάλο κατόρθωμα νὰ πιστεύσουμε στὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, νὰ πιστεύσουμε καὶ νὰ ὀμολογήσουμε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Σωτῆρας μας∙ ἀλλὰ ἀκόμη μεγαλύτερο κατόρθωμα εἶναι ὅταν ὁ ἄνθρωπος γνωρίσει τὴ δύναμη αὐτοῦ τοῦ Ὀνόματος, ὅταν γνωρίσει πῶς ὁ Χριστὸς γίνεται Σωτῆρας μέσα στὸ ἴδιο μας τὸ εἶναι, μέσα στὴν ἴδια μας τὴν καρδιά. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας ἦταν φορεῖς αὐτῆς τῆς παραδόσεως τοῦ ἅγ. Γρηγορίου, ἡ ὁποία ἀναγγέλλει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνει θεὸς κατὰ χάριν.

Κάποτε ἕνας Σέρβος ἐπίσκοπος, ὁ ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς, συνάντησε τὸν ἅγ. Σιλουανό, ὁ ὁποῖος, καθὼς ἔδιδε τὸ βιβλίο τοῦ ἀγ. Μακαρίου στὸν ἅγ. Νικόλαο τοῦ εἶπε: «Θεοφιλέστατε, αὐτὸς εἶναι ἕνας πολὺ μεγάλος Ἅγιος». Καὶ ὁ ἅγ. Νικόλαος, ποὺ ἤξερε ὅτι βρισκόταν μπροστὰ σὲ ἕναν ἀκόμη μεγαλύτερο ἀσκητὴ ἀπὸ τὸν Μακάριο, τοῦ εἶπε: «Πάτερ Σιλουανέ, καὶ σήμερα μποροῦμε νὰ βροῦμε τέτοιους Ἁγίους στὴν Ἐκκλησία μας». Τότε ὁ ἅγ. Σιλουανός αἰσθάνθηκε μεγάλη ἀμηχανία, διότι κατάλαβε ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος ἀναφερόταν στὸν ἴδιο. Ὅμως, καθὼς βρισκόμαστε σήμερα ἐδῶ, πρέπει νὰ μαρτυρήσουμε καὶ νὰ ὀμολογήσουμε ὅτι πολὺ ἐξέχοντες θεολόγοι τῆς ἐποχῆς μας ἔχουν γράψει ὅτι, μετὰ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ, ὁ Γ. Σωφρόνιος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μίλησε πλήρως, σὲ βάθος, γιὰ τὴν ἑνώση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ μέσῳ τῆς θεωρίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Κανονικά, αὐτὴ τὴν Κυριακή, σαράντα μέρες πρὶν τὸ Πάθος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἑορτάσουμε τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου. Ὅμως, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μὲ τὴ σοφία της, μετέθεσε τὴν ἑορτὴ στὸν Αὔγουστο, γιὰ νὰ μὴν ἀποσπασθοῦμε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας ποὺ διαπερνᾶ τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Καὶ ἀντὶ γιὰ τὴ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος, ἑορτάζουμε τὸν ἅγ. Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶναι μάρτυρας τοῦ Θαβωρίου Φωτός. Τὸ γεγονὸς αὐτό, καθὼς καὶ ἡ θεολογία τοῦ Ὁσίου Γέροντά μας Σωφρονίου, ὁ ὁποῖος ἔζησε «ἐπ᾽ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν», μᾶς δίνουν μεγάλη ἐλπίδα, γιατὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς δίδεται μαρτυρία ὅτι αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία στὴν ὁποία βρισκόμαστε, ἀδελφοί μου, δὲν εἶναι ἕνας συνηθισμένος ἀνθρώπινος θεσμός. Αὐτὸς ὁ τόπος, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὄντως φοβερός. Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πύλη τοῦ Οὐρανοῦ (Γεν. 28,17). Ἐπιπλέον, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ καρδιὰ κάθε Χριστιανοῦ μπορεῖ νὰ γίνει ἡ πύλη τοῦ Οὐρανοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μαρτυρία τῶν Πατέρων μας.

Σήμερα λειτουργήσαμε μὲ μία μόνο θλίψη, ὅτι στερούμαστε τὸν ζῆλο νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν πεπατημένη ὁδό, τὴν ὁποία μᾶς ἔχουν παραδώσει οἱ Πατέρες μας. Ἂς εἶναι ὅμως ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἀφορμὴ γιὰ νὰ κάνουμε καινούρια ἀρχή, γιατὶ ἡ ὁδὸς εἶναι πεπατημένη καὶ οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ δίδονται σὲ ὅλους μας μέσῳ τῶν Ἁγίων Πατέρων μας. «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *