Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου

Ζουμ μὲ τὸν Π. Πέτρο – Εὐχαριστία, Τὸ κλειδὶ τοῦ Παραδείσου

Μέρος 1ο   

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο (Λουκ. 17,12-19) εἶναι ὁ κήρυκας τῆς ἔναρξης μιᾶς προκαταρκτικῆς περιόδου πρὶν τὸ Τριώδιο, ἡ ὁποία μᾶς προσφέρει κάποιες σταθερὲς γιὰ τὴν πνευματική μας ζωὴ καὶ μᾶς διδάσκει τρόπους νὰ βροῦμε ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό. Τὸ πρῶτο σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ τονίσουμε εἶναι ὅτι ὁ Ἰησοῦς μπῆκε σκόπιμα στὸ χωριὸ τῶν δέκα λεπρῶν, γιὰ νὰ τοὺς συναντήσει. Ὁ λοιμὸς τῆς λέπρας ἐπέβαλε μιὰ ὁρισμένη ἀποστασιοποίηση στὴ ζωή τους, ἡ ὁποία τελικὰ ἔγινε εὐλογία γιὰ αὐτούς. «Ἔστησαν πόρρωθεν», μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο ἔπρεπε νὰ ζοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, ὡς ἀπόβλητοι, ἀπορριφθέντες. Ἐννέα ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν Ἰουδαῖοι, καὶ ἕνας ἦταν Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ὡστόσο οἱ δέκα ἦταν ἑνωμένοι, διότι τοὺς ἕνωνε ὁ πόνος ποὺ εἶχαν στὴ ζωή τους ἀπὸ τὴν ἀσθένειά τους. Στὴν πραγματικότητα, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἀληθινὴ ἑνότητα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἂν δὲν ὑπάρχει πνευματικὴ ἑνότητα: ἂν τὸ Ποτήριον τοῦ Χριστοῦ, τὸ Ἅγιο Ποτήριο τῆς Λειτουργίας, δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἑνώσει, τότε τίποτε δὲν μπορεῖ. Τὸν 14ο αἰῶνα, ἐμφανίστηκε τὸ φαινόμενο τοῦ ἡσυχασμοῦ, τὸ ὁποῖο ἦταν ἕνα κίνημα μοναχῶν ποὺ ἀσκοῦνταν ἔντονα στὴν καρδιακὴ προσευχή. Ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, ὁ ἅγιος Θεοδόσιος Τυρνόβου, ἵδρυσε μία μοναχικὴ κοινότητα ποὺ σύμφωνα μὲ ἱστορικὰ στοιχεῖα, κατοικοῦνταν ἀπὸ μοναχοὺς διαφορετικῶν ἐθνικοτήτων. Καὶ ἦταν γεγονὸς ἀξιοσημείωτο γιὰ τὴν ἐποχὴ νὰ ζοῦν μαζὶ σὲ τέτοια ἑνότητα, ἡ ὁποῖα ἦταν δυνατή, διότι τοῦς ἕνωνε ἡ ἀγάπη τοὺς γιὰ τὴν νοερὰ προσευχὴ, γύρω ἀπὸ τὸν Γέροντά τους, ὁ ὁποῖος τοὺς μετέδωσε τὴν παράδοση τῆς ἡσυχαστικῆς προσευχῆς. Ἔτσι, ἡ πνευματικὴ τοὺς ἑνότητα ξεπέρασε ἐθνικὰ σύνορα.

Ὅταν οἱ λεπροὶ εἶδαν τὸν Ἰησοῦ, ὕψωσαν τὶς φωνὲς τούς, κράζοντας: «Ἰησοῦ, ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Εἵλκυσαν ἀμέσως τὴν προσοχή Του, καὶ τὸ γεγονὸς καὶ μόνο ὅτι τοὺς πρόσεξε ἦταν ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀρχίσει ἡ θεραπεία τους. Κάθε φορὰ ποὺ ὁ Θεὸς στρέφει τὸ βλέμμα Του πάνω μᾶς, βιώνουμε τὴν ἐπισκοπή Του ὡς θεραπεία, ἁγιασμό, σωτηρία. Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς λεπροὺς νὰ δείξουν τὸν ἑαυτό τους στοὺς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐλέγξουν καὶ νὰ ἐπιβεβαιώσουν ὅτι μποροῦσαν νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ μοιραστοῦν ξανὰ τὴν κοινὴ ζωή, καὶ καθ’ὁδὸν καθαρίσθηκαν. Ἕνας βασικὸς λόγος γιὰ τὴ μικρὴ αὐτὴ ἐντολή, εἶναι ὅτι δὲν ἤθελε νὰ τοὺς ἐπιβαρύνει μὲ εὐγνωμοσύνη. Ἤθελε νὰ θεραπευθοῦν ἐνῶ θὰ ἔφευγαν ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὥστε νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἐλεύθερη βούλησή τους. Αὐτὸ ἔκανε καὶ μὲ τὸν τυφλό: ἔβαλε πηλὸ στὰ μάτια του καὶ εἶπε: «ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ» (Ἰω. 9, 7), ἀλλὰ ὅταν ἐπανῆλθε ἡ ὅρασή του, δὲν μποροῦσε νὰ δεῖ Αὐτὸν ποὺ εἶχε κάνει τὸ θαῦμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖ πάντοτε ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας: Εἶναι ὁ μεγαλύτερος Εὐεργέτης μας, ἀλλὰ τὰ ὀφέλη Του φτάνουν σὲ ἐμᾶς μὲ μυστικὸ τρόπο. Αὐτὸς πρῶτος τηρεῖ τὶς ἐντολὲς ποὺ ὁ Ἴδιος ἔδωσε, «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερὰ σοῦ τί ποιεῖ ἡ δεξιὰ σοῦ» καὶ «ὅπως μὴ φανῆς τοῖς ἀνθρώποις» (Ματθ. 6,3·18).

Ὁ ἅγ. Σωφρόνιος λέει ὅτι ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι μιὰ πνευματικὴ ἀρετὴ ποὺ εἶναι πραγματικὰ μεγαλειώδης, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης ἀβάσταχτη γιὰ τὴν πεσμένη φύση μας. Δὲν ἔχουμε σπλάχνα εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς εὐεργέτες μας καὶ γι αὐτὸ φτάνουμε στὸ σημεῖο νὰ μᾶς ἐνοχλεῖ ἡ παρουσία τους, θέλουμε νὰ τοὺς κρατήσουμε μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωή μας. Μερικοὶ μάλιστα μισοῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς εὐεργετοῦν ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ ἀντέξουν τὸ πνεῦμα τῆς εὐγνωμοσύνης. Εἶναι τελείως ἀντίθετο στὸν ἐγωισμὸ τῆς πεσμένης φύσης μας. Στὴν πραγματικότητα, Η ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΤΗΣ ΕΠΑΡΣΗΣ  ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΙΚΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ. Κάθε φορὰ ποὺ ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔφερε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀπὸ τὸ μὴ ὂν, στὸ εἶναι, ὅπως κάνουμε στὴν καρδιὰ κάθε Λειτουργίας, θέτουμε τὸ θεμέλιο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, ποὺ εἶναι ἡ ἐπίγνωση ὅτι ἔχουμε «τὸ εἶναι δεδανεισμένον» ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντίδοτο στὴν τάση τοῦ Ἑωσφόρου νὰ ἀνέβει ὑψηλότερα ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἡ λέπρα μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀπεικονίζει συμβολικὰ τὴν ἀσθένεια τῆς ὑπερηφάνειας, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο μὲ παρόμοιο τρόπο. Ἡ ὑπερηφάνεια παραμορφώνει τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μᾶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ λέπρα ἀλλοιώνει τὰ χαρακτηριστικὰ ἑνὸς προσώπου. Ἡ ὑπερηφάνεια δημιουργεῖ μιὰ ἀπόσταση μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν πλησίον μας, ἀκριβῶς ὅπως οἱ λεπροὶ στέκονταν μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Οἱ ὑπερήφανοι ἄνθρωποι προτιμοῦν νὰ στέκονται μακριὰ καὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς συνανθρώπους τους, ἐφόσον ἡ καρδιά τους εἶναι γεμάτη μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ δὲν ἔχουν χῶρο γιὰ κανένα ἄλλο πρόσωπο, οὔτε Θεὸ οὔτε ἄνθρωπο.

Μέρος 2ο

Οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἔρχονται στὸν πνευματικὸ ἀναζητώντας θεραπεία γιὰ ἁμαρτίες ποὺ ἔρχονται ὡς καρπὸς ὑπερηφάνειας στὴ ζωή τους, καὶ περιμένουν νὰ λάβουν ἕναν ὑψηλὸ λόγο ἢ κανόνα. Ὡστόσο, ἂν ὁ ἱερέας τοὺς δώσει ἕναν μικρὸ κανόνα προσευχῆς, δυσαρεστοῦνται καὶ δὲν κάνουν οὔτε αὐτό. Ὅταν ὁ λεπρὸς Νεεμὰν πῆγε στὸν Ἐλισσαῖο γιὰ θεραπεία, ὁ προφήτης τοῦ εἶπε: «Πήγαινε καὶ βυθίσου ἑπτὰ φορὲς στὸν Ἰορδάνη. Ὁ Νεεμὰν δυσαρεστήθηκε, διότι σκέφτηκε: «Ὑπάρχουν τόσα πολλὰ καλύτερα ποτάμια ἐκεῖ ὅπου ζῶ, γιατί ἔπρεπε νὰ ταξιδέψω τόσο μακριὰ ὥστε νὰ λάβω ἐντολὴ νὰ πλυθῶ στὸν Ἰορδάνη;» (Δ Βασ. 5,12).

Εἶναι ὄντως τραγικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἀντιμετωπίζουν τὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Μπορεῖ μόνο τὸ 10% τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν νὰ ἔχουν ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν Θεὸ στὴν Ἐκκλησία, ὅπως μᾶς προειδοποιεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς συμπεριφερόμαστε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ συμπεριφερόμαστε στὸν Κύριό μας. Ἁμαρτάνουμε ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ σκεπτόμενοι: «Ὁ Θεὸς θὰ μὲ συγχωρήσει καὶ θὰ μὲ δεχθεῖ ὅταν ἐπιστρέψω σὲ Αὐτόν», καὶ ἔτσι πέφτουμε σὲ ἀπόγνωση. Παρομοίως, οἱ ἄνθρωποι συχνὰ ἐπικρίνουν ἔντονα τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅταν χρειάζονται γάμο ἢ κηδεία, θεωροῦν ὅτι τὸ μυστήριο εἶναι δικαίωμά τους καὶ περιμένουν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία νὰ τοὺς ὑπηρετήσει. Βεβαίως, ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἱερωσύνη, τὰ μυστήρια, μᾶς δίνονται δωρεὰν ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ λαμβάνοντας ὑπόψη τὶς σχέσεις μας καὶ τὴ ζωή μας στὸν κόσμο στὸν ὁριζόντιο ἄξονα, βλέπουμε ὅτι στὴν πραγματικότητα τέτοια χαρίσματα ὅπως ἡ ἱερωσύνη ἀπαιτεῖ κόπο καὶ ἀγῶνα μεγάλο γιὰ νὰ κρατηθεῖ ζωντανή. Εἶναι πολὺ ἀπαιτητικὸ γιὰ ἕναν ἱερέα νὰ στέκεται ἐκεῖ καὶ νὰ κρατάει τὴν ἐνορία. Χρειάζεται νὰ τηρεῖ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐξομολόγηση, νὰ κρίνει τὴ συνείδησή του καθημερινά, νὰ διαβάζει συνεχῶς τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι τὰ ἀγνοοῦν ὅλα αὐτὰ καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἔχουν δικαίωμα νὰ διακονοῦνται, χάνοντας ἔτσι τὴν εὐκαιρία νὰ λάβουν ἀληθινὴ θεραπεία, ὅπως ἔπαθαν οἱ ἐννέα λεπροί.

Συχνά, οἱ ἄνθρωποι δυσαρεστοῦνται μὲ τοὺς πνευματικούς τους, καὶ πλησιάζοντάς τους μὲ κακοὺς λογισμοὺς καταδικάζουν ἐκ τῶ προτέρων τὴ συνάντηση σὲ ἀποτυχία. Ἡ ἐσωτερικὴ κατάκριση πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἱερέως- Πνευματικοῦ ἔχει τέτοια ἐνέργεια ποὺ κλείνει τὸ στόμα τοῦ ἱερέα. Ἐνῶ ὅσοι ἔχουν εὐγνωμοσύνη, μποροῦν νὰ καταστήσουν τοὺς πνευματικούς τους προφῆτες. Ἀπὸ τοὺς δέκα λεπρούς, οἱ ἐννέα ἀναζητοῦσαν τὴ δωρεά, ἐνῶ ὁ ἕνας ἔψαχνε γιὰ τὸν Δωρεοδότη, καὶ ἐπέστρεψε νὰ ἀποδώσει εὐχαριστία.

Ἐνίοτε οἱ ἄνθρωποι κατηγοροῦν τὸν ἱερέα ὅτι τοὺς περιθωριοποιεῖ, μολονότι, στὴν πραγματικότητα, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πρῶτοι περιθωριοποίησαν τὸν ἱερέα στὴν καρδιά τους. Ἀκόμη, ἔχουμε γίνει ὑπερβολικὰ εὐαίσθητοι καὶ συχνὰ ἡ καρδιά μας ἀντιδρᾶ ὅταν ὁ Πνευματικός μᾶς διορθώνει. Ἐντούτοις, πρέπει νὰ ἔχουμε ἐπίγνωση πὼς εἶναι ἕνα μεγάλο δῶρο γιὰ τὴ ζωή μας ὅταν ὁ Πνευματικός μας δὲν διστάζει νὰ μᾶς διορθώσει καὶ νὰ ἀδειάσει ἔτσι τὴν καρδιά μας σὲ λίγα λεπτὰ ἀπὸ τὸ βάρος τῶν σκουπιδιῶν ποὺ ἔχουμε μαζέψει μὲ τὰ θελήματά μας. Τότε ποὺ θὰ πρέπει πραγματικὰ νὰ ἀνησυχοῦμε εἶναι ὅταν βλέπουμε ὅτι διστάζει νὰ μᾶς διορθώνει. Ἂν ἀποδεχόμαστε τὴν παρατήρηση τοῦ πνευματικοῦ πατέρα μας μὲ εὐγνωμοσύνη, θὰ κατανοήσουμε ὅτι αὐτὲς εἶναι οἱ πιὸ ἀληθινὲς καὶ εἰλικρινεῖς στιγμὲς τῆς ζωῆς μας.

Γιατί ἦταν μόνο ὁ Σαμαρείτης ἐκεῖνος ποὺ ἐπέστρεψε νὰ δώσει εὐχαριστία στὸν Χριστό; Διότι ἔβαλε τὸν ἑαυτό του χαμηλότερα ἀπὸ τοὺς ἐννέα Ἰουδαίους καὶ εἶχε τὴν μικρότερη προσδοκία νὰ συντελεστεῖ τὸ θαῦμα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἦταν Ἰουδαῖος. Ἑπομένως, δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του ἦταν κατὰ πολὺ μεγαλύτερη. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἐννέα ἔνιωθαν ὅτι δικαιοῦνται νὰ θεραπευθοῦν διότι ἦταν Ἰουδαῖοι. Θεραπεύθηκαν ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀσθένεια, ἀλλὰ ὁ Σαμαρείτης θεραπεύθηκε καὶ πνευματικὰ καὶ ἀπέκτησε τὸ χάρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Θεό.

Ὁ Σαμαρείτης ἐπιστρέφει καὶ δοξάζει τὸν Θεὸ μὲ δυνατὴ φωνή, πέφτοντας κάτω μὲ τὸ πρόσωπό του στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Τὸ Εὐαγγέλιο ἄρχισε μὲ μιὰ δυνατὴ κραυγὴ πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ θεραπεία ποὺ τελικὰ κλιμακώνεται σὲ δυνατὴ κραυγὴ δοξολογίας στὸν Θεό. Ἡ ὁδὸς νὰ βροῦμε ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἄλλη παρὰ ἡ ταπεινὴ μετάνοια καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη, χωρὶς νὰ διεκδικοῦμε δικαιώματα. Στὸ ἴδιο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ Κύριος δίνει τὴ μεγαλύτερη ἐντολή, ἡ ὁποία εἶναι πάντα νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀχρείους δούλους (Λουκ. 17,10). Κάποιος ἴσως σκανδαλισθεῖ καὶ πεῖ «μὰ τί Θεὸς εἶναι Αὐτὸς ὁ Ὁποῖος θέλει νὰ πέφτουμε στὰ πόδια Του, ἀποδίδοντάς Του εὐχαριστία καὶ συνεχῶς νὰ θεωροῦμε τοὺς Ἑαυτούς μας ὡς ἀχρείους δούλους»; Καὶ ἐμεῖς ὅμως λέμε τὸ ἴδιο, ὄχι ἀπὸ σκανδαλισμό, ἀλλὰ ἀπὸ θαυμασμό: «μὰ τί Θεὸς εἶναι Αὐτός, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, κανένας ἄλλος Θεὸς δὲν εἶναι σὰν Αὐτόν»! Ὁ θαυμασμός μας αὐξάνει καθ´ ὑπερβολὴν ὅταν βλέπουμε πὼς οἱ ἐντολὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε προβάλλουν συνεχῶς στὸν κόσμο τὴ δική Του ζωή, τὸν τρόπο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ἴδιος ὑπάρχει.

Ὁ λεπρὸς πέφτει κάτω μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ Δημιουργοῦ του, ἐνῶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι Θεός, ἦρθε καὶ ἔβαλε τὸν Ἑαυτό Του κάτω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινο κτίσμα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς γιὰ μᾶς νὰ βροῦμε ἐπαφὴ μὲ ἕνα τόσο ταπεινὸ Θεὸ παρὰ μόνο ἀδειάζοντας τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὴν κατάρα ποὺ λέγεται «ἑαυτὸς» καὶ πέφτωντας μὲ τὸ πρόσωπο μπροστὰ στὰ πόδια Του. Τότε εἶναι καιρὸς γιὰ τὸν Κύριο νὰ ἐνεργήσει. Ὅσο προχωρᾶ ἡ πνευματική μας ζωὴ, τόσο ἡ εὐγνωμοσύνη αὐξάνει καὶ στὸ τέλος καταπίνει τὰ πάντα σὲ τέτοιο βαθμὸ ποὺ κάποιοι ἅγιοι εὐχαριστοῦσαν τὸν Θεὸ ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν εἶχαν τίποτα. Ὅταν ὁ ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος συκοφαντημένος στάλθηκε στὴν ἐξορία, ἀφοῦ τὸν ἀπέσπασαν διὰ τῆς βίας ἀπὸ ὅλα ὅσα εἶχε στὸν κόσμο, τὴν Ἀρχιεπισκοπή του, τὸ ποίμνιό του, τὴν Ἐκκλησία, πέθανε λέγοντας: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἔνεκεν» δείχνοντας ἔτσι πὼς εἶχε γίνει τέλειο μίμημα τοῦ Ἀμώμου Ἀμνοῦ καὶ Ἀσπίλου Χριστοῦ.

Μέρος 3ο

Ἐ: Μερικὲς φορὲς ἀπέχουμε ἀπὸ τὸ νὰ δείξουμε τὴν εὐγνωμοσύνη στὴν καρδιά μας ὥστε νὰ μὴ γίνουμε θέαμα, ὁ Σαμαρείτης ὅμως πέφτει κάτω στὰ πόδια τοῦ Κυρίου.

Ἀ: Βεβαίως, χρειάζεται νὰ ἐνεργοῦμε μὲ διάκριση γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίζουμε καὶ προσβάλλουμε τὴ συνείδηση τῶν πλησίον μας. Ὁ γενικὸς κανόνας εἶναι ὅτι ὀφείλουμε νὰ δίνουμε ὅλο τὸν χῶρο στοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἀποφεύγουμε νὰ προσελκύουμε προσοχή, διότι ἐκεῖ ὑποκρύπτεται κενοδοξία. Γιὰ ὅλα ὑπάρχει ὁ κατάλληλος χρόνος. Ἡ Μαρία κάθισε πλάι στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ τὴν κατάλληλη στιγμή. Ἡ Μάρθα ἐπιπλήττεται ποὺ σκορπίζεται σὲ μέριμνες τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς Λόγος ἦταν στὸ σπίτι της. Δὲν ἦταν ἡ στιγμὴ νὰ μεριμνᾶ γιὰ ὁτιδήποτε ἄλλο.

Ἐ: Δὲν ὑποκρινόμαστε ἂν δίνουμε εὐχαριστία μὲ τὰ χείλη μας ἀλλὰ δὲν αἰσθανόμαστε εὐγνωμοσύνη στὴν καρδιά μας;

Ἀ: Συχνὰ χρειάζεται νὰ ξεκινήσουμε μὲ τὸ στόμα μας, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ αἰσθανόμαστε, καὶ ἂν ἀναγκάσουμε τὸν ἑαυτό μας, θὰ ἔρθει ἡ στιγμὴ ὅπου ἡ καρδιὰ ἀνοίγει. Εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ πνεῦμα τῆς μετανοίας. Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἔχουμε συνεχῶς στὴν τσέπη μας. Συχνὰ χρειάζεται νὰ σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἐπιμείνουμε σὲ προσευχή. Κάποιες φορὲς ὁ Θεὸς περιμένει νὰ δεῖ τὴ θέληση καὶ τὴ διάθεσή μας. Ἔχει «τὴν κλείδα τοῦ Δαυΐδ» (πρβλ. Ἀποκ. 3,7), καὶ ἂν τὴ στρέψει δεξιά, ἡ καρδιὰ ἀνοίγει. Ἂν τὴ στρέψει ἀριστερά, κρούουμε σὲ σιδερένια θύρα, ὄχι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῆς δικῆς μας καρδιᾶς. Ὡστόσο, ὁ Θεὸς εἶναι ἱκανὸς νὰ ἀνοίξει καὶ σιδερένιες πόρτες. Ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι πιὸ εὔκολη ὅταν ἡ ζωή μας εὐημερεῖ, ὅταν ὅμως ὑποφέρουμε καὶ ἐξακολουθοῦμε νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε, εἶναι ἀκόμη πιὸ πολύτιμη, διότι τὸ κρίμα τοῦ Χριστοῦ, ὀ Ὁποῖος ὑπέστη ἄδικο θάνατο γιὰ χάρη μας, ἐπαναλαμβάνεται στὴ ζωή μας.

Ἐ: Μπορεῖτε νὰ ἐξηγήσετε τὸν λόγο τοῦ ἁγ. Βαρσανούφιου, ὅτι «Ἡ εὐχαριστία μεσιτεύει γιὰ τὶς ἀδυναμίες μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»;

Ἀ: Ἡ εὐχαριστία εἶναι αὐτὸ ποὺ ἁρμόζει περισσότερο στὸν Θεό, διότι Ἐκεῖνος ἔχει κάνει τὰ πάντα γιὰ μᾶς. Ἡ εὐγνωμοσύνη μᾶς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν ζώντα Θεό, καὶ ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ ἀναπληρώνει ὅλες τὶς ἐλλείψεις μας μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ἀποκαθιστᾶ τὴν καρδιά μας. Τί εἶναι οἱ ἀδυναμίες μας; Ὅλα ὅσα στέκονται ἐμπόδιο στὴ ζωή μας καὶ δὲ μᾶς ἀφήνουν νὰ βροῦμε ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό. Ἡ εὐχαριστία ὑπερβαίνει αὐτὴ τὴν ἀδυναμία. «Ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος» (Ψαλμ. 17,30). Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες μας, ἀκόμα καὶ ἂν νιώθουμε ὅτι δὲν ἔχουμε σωθεῖ, ἂν εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, τότε, θὰ ἐκπλαγοῦμε νὰ δοῦμε πόσο κοντά μας εἶναι, ἀρκεῖ νὰ μὴ στεκόμαστε ἐνώπιόν Του διεκδικώντας τὰ «δικαιώματά» μας, ἐπειδὴ ἡ διεκδίκηση δικαιωμάτων εἶναι τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἀποτελεῖ τεῖχος ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ ἐμᾶς. Πρέπει ἐπομένως νὰ στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γυμνοὶ ἀπὸ κάθε δικαίωμα, μόνο μὲ τὴν «οὐτιδανότητά μας», ὅπως ἕνας νεκρὸς, καὶ τότε θὰ γνωρίσουμε τὸ θαυμαστὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή· «ἐγενόμην νεκρὸς καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι».

Ἐ: Ὁ ἄγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέει ὅτι τὰ πάθη εἶναι διαστρεβλωμένες ἀρετές. Μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ τὸ ἴδιο γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια;

Ἀ: Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ διαστρέβλωση τῆς τιμῆς γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς προόρισε τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἅγ. Σωφρόνιος ὁρίζει τὴν ὑπερηφάνεια ὡς ἑωσφορικὸ σπέρμα, τὸ ὁποῖο κληρονομήσαμε ἀπὸ τὸν προπάτορά μας Ἀδὰμ καὶ εἶναι ἡ διαστρέβλωση τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ὁποία δημιουργηθήκαμε. Ὁ διάβολος πλάνησε τὸν Ἀδὰμ ὅτι ἂν ἔτρωγε ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ ξύλου, θὰ γινόταν σὰν τὸν Θεό. Ἡ εὐχαριστία εἶναι τὸ ἀντίδοτο τῆς ὑπερηφανείας: ἂν ἀναγνωρίσουμε ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχουμε λάβει ὡς δῶρο ἀπὸ τὸν Θεό, ὅλες οἱ μέρες τῆς ζωῆς μας δὲν θὰ εἶναι ἀρκετὲς νὰ Τὸν εὐχαριστήσουμε καὶ ἔτσι θὰ εἶναι φυσικὸ νὰ μὴ θέλουμε τίποτε περισσότερο.

Ἐ: Τὸ νὰ θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ σωματικὴ ἀσθένεια εἶναι κάτι φανερό, γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι εὔκολο νὰ δώσουμε εὐχαριστία, ἀλλὰ πῶς μποροῦμε νὰ ἀρχίσουμε νὰ προσέχουμε καὶ τὶς πιὸ μικρὲς εὐργεσίες τοῦ Θεοῦ;

Ἀ: Χρειάζεται νὰ ἀρχίσουμε εὐχαριστώντας γιὰ τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε στὴ ζωή μας. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ζοῦν μὲ τέτοια προσευχὴ εὐχαριστίας, ποὺ τὰ μάτια τους ἀνοίγουν νὰ εὐχαριστήσουν ἀκόμη καὶ γιὰ κάθε ἀναπνοὴ ἀέρα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς ποτὲ δὲν στεκόμαστε νὰ σκεφτοῦμε σχετικὰ μὲ αὐτὴ τὴ δωρεά, παρότι τώρα, στὴν κρίση ποὺ διανύουμε λόγῳ τῆς πανδημίας, ὄντως τὸ σκεφτόμαστε. Ὅλα εἶναι ἕνα δῶρο, ἐμεῖς εἴμαστε οἱ τυφλοί. Ὅταν ἀρχίζουμε νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε, τὰ πνευματικὰ μάτια μας ἀνοίγουν, καὶ βλέπουμε ὁλοένα καὶ πιὸ καθαρά, καθὼς λέει ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «Οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ γιὰ τὶς ὁποῖες Τοῦ προσφέρουμε εὐχαριστία γίνονται δικές μας γιὰ πάντα». Τὶς δικαιώνουμε εἰς τοὺς αἰῶνες. Γιατί; Διότι μὲ τὴν εὐχαριστία ἐνισχύουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Δωρητὴ τῆς δωρεᾶς, καὶ αὐτὴ ἡ σχέση θὰ μᾶς συνοδεύσει ὅταν θὰ φεύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.

Ὁ Θεὸς μᾶς ἐκπλήσσει διαρκῶς. Ἀληθινὰ ὁ δικός μας Θεὸς εἶναι μιὰ ἀπόλυτη «ἔκπληξη». Κάποτε τὸν 4ο αἰῶνα ἕνας μοναχὸς στάλθηκε ἀπὸ τὸν Γέροντά του νὰ πουλήσει τὸ ἐργόχειρό του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὑπέστη ἕναν πειρασμό. Ἐρωτεύθηκε τὴν κόρη ἑνὸς παγανιστὴ ἱερέα τόσο πολὺ ποὺ ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὰ πάντα καὶ νὰ τὴν παντρευτεῖ. Ὁ εἰδωλολάτρης ἱερέας πρῶτα ρώτησε τὰ εἴδωλα, τὸν σατανᾶ στὴν πραγματικότητα, ποὺ τοῦ εἶπε: «Ζήτησέ του νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ μοναχικὸ σχῆμα του, τὸν γέροντά του καὶ ὅλη τὴν κοινότητα, ἀκόμη καὶ τὸ βάπτισμά του». Ὁ μοναχὸς συμφώνησε νὰ ἀπαρνηθεῖ ὅλα τὰ παραπάνω, ἀλλὰ στὸ τέλος τὸ εἴδωλο εἶπε στὸν ἱερέα, «Ἀκόμη καὶ τώρα, μὴν τοῦ δώσεις τὴν κόρη σου διότι, μολονότι ἀπαρνήθηκε τὰ πάντα, ὁ Θεός του δὲν τὸν ἔχει ἐγκαταλείψει καὶ εἶναι μαζί του». Τότε ὁ μοναχὸς ἔμεινε ἔκθαμβος: «Εἶναι μαζί μου ἀκόμη, ἂν καὶ ἀπαρνήθηκα ὅλα ὅσα εἶχαν νὰ κάνουν μὲ Αὐτόν;» Καὶ ἀμέσως ἄφησε τὸν παγανιστὴ ἱερέα καὶ ἐπέστρεψε στὸν γέροντά του, συνειδητοποιώντας μὲ δέος τὴν εὐσπλαχνία καὶ τὴ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς τὸν ἐξέπληξε, ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ἀνταποκρίθηκε σὲ ἐκείνη τὴν ἔκπληξη.

Ἐ: Κάποιες φορὲς νομίζω ὅτι κοιτάω τὸν ἑαυτό μου ὑπερβολικὰ μέσα στὴν ἀθλιότητα, καὶ ὄχι ἀρκετὰ τὸν Χριστό. Μπορεῖτε νὰ πεῖτε κάποιο λόγο;

Ἀ: Ἀπὸ μόνος του ὁ ἄνθρωπος ὄντως εἶναι ἄθλιος. Πῶς ἀλλιῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, χωρισμένος ἀπὸ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ ζωή του; Ἐντούτοις, ἂν στερεώσουμε τὴν προσοχή μας πάνω Του, ἐν Αὐτῷ, ἀποκτοῦμε ὑπόσταση. Χωρὶς Αὐτόν, πεθαίνουμε. Μὲ Αὐτόν, ἔχουμε τὸ εἶναι μας μέσα ἀπὸ Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἡ ὄντος Ζωή. Μέσῳ τῆς εὐχαριστίας, ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ ὑπόσταση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ εὐγνώμων λεπρός. «Οἱ ἐννέα ποῦ;», ρωτάει ὁ Κύριος, ὅπως εἶχε ρωτήσει στὴν Ἐδέμ: «Ἀδὰμ ποῦ εἷ;» (Γεν. 3,9). Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα λεπροὶ ἐξαφανίσθηκαν, διότι παίρνοντας ἕναν δρόμο μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν εἶχαν πλέον ὑποστάσεις ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀφοῦ ἀλλοτριώθηκαν ἀπὸ Ἐκεῖνον.

Νὰ θυμᾶστε ὅτι ὁ στόχος τοῦ ἐρχομοῦ μας σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο δὲν εἶναι νὰ περιπλανιόμαστε σὰν ἀπολωλότα πρόβατα στὶς πλατεῖες καὶ στὶς «ρίμες» αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ νὰ βροῦμε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ πέσουμε μὲ τὸ πρόσωπό μας πάνω στὰ ἄχραντα πόδια Του, δηλαδὴ νὰ βροῦμε ταπεινὴ ἐπαφὴ μαζί Του. ΔΙΟΤΙ ΤΙ ΘΑ ΩΦΕΛΗΘΟΥΜΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΚΕΡΔΙΣΟΥΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΒΡΟΥΜΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΗ ΕΠΑΦΗ ΜΑΖΙ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΜΟΝΗ ΕΠΑΦΗ ΠΟΥ ΛΥΤΡΩΝΕΙ , ΑΓΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *