Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου

Πιστὸς στὴν ἀποκάλυψη ποὺ ἔλαβε

Tου Πανοσιολογιότατου Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία της Ιεράς μονή Αγίου Ιωάννη του Προδόμου Essex

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς προσωπικῆς συναντήσεώς του μὲ τὸν ὄντως Ὄντα, τὸν Χριστό, ὁ ἅγιος Σωφρόνιος δὲν ἔπαυσε μὲ ἄκρα ἔφεση νὰ μυεῖται στὸ μυστήριο τοῦ ἀποκαλυφθέντος Θεοῦ καὶ νὰ ἐμβαθύνει στὶς ἄπειρες διαστάσεις τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, κατ’ εἰκόνα τοῦ Ὁποίου κτίσθηκε ἐξαρχῆς ὁ ἄνθρωπος. Τότε ὁ Γέροντας κατανόησε πραγματικὰ τὸν πνευματικὸ «τόπο» τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου καὶ τὴ δυνατότητά του νὰ προσλάβει ἐντός του τὸ θεανθρώπινο πλήρωμα.

Εἶδε τὶς δύο μεγάλες ἐντολὲς τῆς ἀγάπης νὰ ἀποβαίνουν νόμος ὁλόκληρου τοῦ εἶναι του, καὶ νὰ ἐκδηλώνονται ἡ μὲν πρώτη μὲ ἀκράτητο πόθο γιὰ τὸν Θεὸ μέχρι αὐτομίσους, ἡ δὲ δεύτερη μὲ τὴν προσευχὴ ὑπὲρ τοῦ κόσμου μέχρι αὐτολήθης καὶ μεγάλων δακρύων. Ἡ τυραννικὴ πικρία τοῦ μίσους ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἡ ἀδυσώπητη πεποίθηση ὅτι ἦταν ἀνάξιος ἑνὸς τέτοιου ἀγαθοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶναι ὁ Χριστός, τὸν ἀποσποῦσαν ἀπὸ καθετὶ κτιστό, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν προσκόλληση στὴν ἴδια τὴ ζωή του. Σὲ τέτοιες στιγμὲς ἡ φωτοφόρος ἀγάπη του γινόταν ἀνεπίστρεπτη[1] καὶ ἡ αἴσθηση τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴν καρδιά του ἑνοποιοῦσε ὅλο τὸ εἶναι του σὲ ἕνα «σφιχτὸ κόμπο». Ὅταν ἡ αἴσθηση αὐτὴ ἔφθανε κάποιο πλήρωμα, «τότε ἡ γῆ, ὅλος ὁ ὁρατὸς κόσμος, χανόταν ἀπὸ τὴ συνείδησή του καὶ ἔμενε μόνος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ»· τὸν ἐπισκίαζε τὸ «ἀψηλάφητο Φῶς»[2] καὶ τὸ πνεῦμα του ἁρπαζόταν στὸν χῶρο τοῦ Ἀνάρχου Θεοῦ.


[1]. Βλ. Ἂρχιμ. Σωφρονίου, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 52010, σ. 64.

[2]. Ὅ.π., σ. 145.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *