Πέμπτη, 7 Ιουλίου

Τὸ «κρῖμα τοῦ Θεοῦ» στοὺς βίους τῶν Ὁσίων Του – Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ – Μέρος 2ο

Ομιλία Πανοσιολογιώτατου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Essex Αγγλίας, Αρχιμανδρίτη Πέτρου

ΜΕΡΟΣ 2ο

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ εἰσῆλθε στὸ Μοναστήρι ὁ Συμεὼν μέσῳ τῆς προσευχῆς, καὶ ἰδιαίτερα τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, ἀνακάλυπτε ὁλοένα καὶ περισσότερο τὴ βαθειὰ καρδιά του. Ξεκίνησε τὴ μοναχική του ζωὴ μὲ διακαὴ καὶ ἄσβεστο πόθο γιὰ συμφιλίωση μὲ τὸν Θεό. Τὸ πρῶτο διακόνημά του ἦταν στὸν Μύλο τῆς Μονῆς, ὅπου μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια ἐκτελοῦσε τὴ σκληρὴ ἐργασία ποὺ τοῦ εἶχε ἀνατεθεῖ. Κοιμόταν ἐλάχιστα καὶ ἔτρωγε μὲ ἐγκράτεια, ἐνῶ ἀδιάλειπτα ἔχυνε ἄφθονα καὶ ἀπεγνωσμένα δάκρυα στὴ μετάνοιά του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ[1].

Ἡ ἐπίκληση τοῦ παναγίου Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ γλύκαινε τὴν ψυχὴ τοῦ ἀδελφοῦ Συμεών. Κάποιο βράδυ, ἐνῶ στεκόταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος, ἡ προσευχὴ εἰσέδυσε στὴν καρδιά του καὶ συνέχισε νὰ τελεῖται ἐκεῖ ἀπὸ μόνη της μέρα καὶ νύχτα.

Ὁ Συμεὼν εἶχε πολὺ ἰσχυρὴ φύση, καὶ χρησιμοποιοῦσε τὴ δύναμή του γιὰ μεγαλύτερους ἀσκητικοὺς ἄθλους. Κοιμόταν  λίγο καὶ σὲ διαστήματα, καθισμένος σὲ σκαμνί. Συνολικὰ ὁ ὕπνος του διαρκοῦσε μιάμιση μὲ δύο ὧρες. Παράλληλα, ὅσο αὔξανε ἡ πνευματική του ἔνταση, τόσο ἐντείνονταν καὶ οἱ πειρασμοὶ τοῦ «ἐχθροῦ». Δεχόταν ἐπιθέσεις ἀπὸ τοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε ἐμφανίζονταν μὲ τὴ μορφὴ φωτὸς στὸ κελλί του, ἄλλες φορὲς πάλι σὰν ὕπουλοι λογισμοί, ποὺ πρῶτα τὸν ἀνέβαζαν μὲ τὴν ὑπερηφάνεια στὸν οὐρανό, ἐνῶ ἄλλοτε τὸν κατακρήμνιζαν στὴν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας ἀπώλειας. Κάποιες φορὲς τὰ πονηρὰ πνεύματα τοῦ ἐμφανίζονταν σὲ ὁρατὴ μορφή, βασανίζοντάς τον μέρα καὶ νύχτα. Παρόλο ποὺ ὁ ἴδιος προσευχόταν μὲ ἄκρα ἔνταση, οἱ ταλαντεύσεις αὐτὲς ὁδήγησαν τελικὰ τὸν νεαρὸ δόκιμο σὲ ἀπόγνωση. Ὁ βιογράφος του διηγεῖται ὡς ἑξῆς τὸ γεγονός:

 «Οἱ μῆνες περνοῦσαν καὶ τὸ μαρτύριο ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς προσβολὲς γινόταν συνεχῶς ὁλοένα πιὸ καταθλιπτικό. Οἱ ψυχικὲς δυνάμεις τοῦ νεαροῦ ὑποτακτικοῦ ἄρχισαν νὰ κάμπτονται, τὸ θάρρος του ἀφανιζόταν. Ὁ φόβος τῆς ἀπωλείας καὶ ἡ ἀπόγνωση μεγάλωναν. Ἡ φρίκη τῆς ἀπελπισίας ὅλο καὶ περισσότερο κυρίευε τὸ εἶναι του. Ὅποιος ἔζησε κάτι παρόμοιο, αὐτὸς γνωρίζει ὅτι καμία ἀνθρώπινη ἀνδρεία, καμία ἀνθρώπινη δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ ἀντέξει τέτοιο πνευματικὸ ἀγώνα. Κάμφθηκε καὶ ὁ ἀδελφὸς Συμεών. Ἔφθασε ὣς τὴν ἔσχατη ἀπόγνωση· καὶ μία ἡμέρα, πρὶν τὸν ἑσπερινό, καθισμένος στὸ κελλί του σκέφθηκε: “Ὁ Θεὸς εἶναι ἀδυσώπητος”! Μὲ αὐτὸ τὸν λογισμὸ ἔνιωσε τέλεια ἐγκατάλειψη καὶ ἡ ψυχή του γιὰ μία περίπου ὥρα βυθίστηκε σὲ σκοτάδι ἀπερίγραπτης ἀγωνίας.

Ὅταν πῆγε γιὰ τὸν ἑσπερινὸ στὸν ναὸ τοῦ Ἁγίου Προφήτη Ἠλία, ποὺ εἶναι κοντὰ στὸν Μύλο, εἶδε στὰ δεξιὰ τῆς Ὡραίας Πύλης, στὴ θέση τῆς εἰκόνος τοῦ Σωτῆρος, τὸν ζῶντα Χριστό.

Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε “μὲ ἀκατάληπτο τρόπο” στὸν νεαρὸ δόκιμο καὶ ὅλη του ἡ ὕπαρξη, ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα του, γέμισαν ἀπὸ τὸ πῦρ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπὸ τὸ πῦρ ἐκεῖνο ποὺ κατέβασε ὁ Κύριος μὲ τὸν ἐρχομό Του στὴ γῆ.

Ἀπὸ τὸ ὅραμα αὐτὸ ὁ Συμεὼν ἔπεσε σὲ ἐξάντληση καὶ ὁ Κύριος ἔγινε ἄφαντος»[2].

Ὁ Θεὸς ποὺ γνωρίζει τὸν κάθε ἄνθρωπο «ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ», «ὁ εἰδὼς ἕκαστον καὶ τὴν προσηγορίαν αὐτοῦ», δὲν ἐπέτρεψε νὰ πειρασθεῖ ὁ δοῦλος Του Σιλουανὸς «ὑπὲρ ὃ ἐδύνατο, ἀλλὰ ἐποίησε σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν»[3], ἐπισκιάζοντας τὴ ζωή του μὲ τὴν ἄφθαρτη αἰωνιότητά Του.

Τὸ γεγονὸς τῆς ὁράσεως τοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ πράγματι ἕνα ὁρόσημο στὸν βίο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν κατανόηση ὅλης τῆς μετέπειτα πνευματικῆς του πορείας. Ὅπως ὁ Ψαλμωδὸς ποὺ ἀναφωνεῖ: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσόν με»[4], ἔτσι καὶ ὁ Σιλουανός, μὲ τὴ βαθειὰ καὶ ταπεινή του μετάνοια, ἔπεισε τὸν Κύριο ὅτι ἦταν «δοῦλος Αὐτοῦ καὶ υἱὸς τῆς παιδίσκης Αὐτοῦ». Ὁ Φιλανθρωπότατος Χριστὸς προσέλαβε τὸν θεράποντά Του Σιλουανὸ καί, πέρα ἀπὸ κάθε προσδοκία, τοῦ φανέρωσε τὸ Πρόσωπό Του, σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγένηκά σε διὰ τῆς χάριτος τῆς ἐμῆς»[5].

Ἡ στιγμὴ τῆς ὁράσεως ἦταν «καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ»[6]. Τὸ γαλήνιο βλέμμα τοῦ Χριστοῦ γέννησε ἐντός του τὸν πόθο νὰ πάσχει γιὰ Ἐκεῖνον. Ὅταν εἶδε πόσο ταπεινὸς καὶ πράος εἶναι ὁ Κύριος, ἡ ψυχή του ταπεινώθηκε ἕως τέλους, καὶ ἔκτοτε δὲν μποροῦσε νὰ ἔχει ἄλλη ἐπιθυμία παρὰ μόνο νὰ ζητᾶ τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὅπως ἔλεγε, εἶναι ἀκατάληπτη: «Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὴν περιγράψει, καὶ γνωρίζεται μόνο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»[7].

Στὴν ἀπόγνωση ποὺ βίωσε ὁ ὅσιος Σιλουανός, ὅταν ἐξέφρασε τοὺς λόγους: «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀδυσώπητος», μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὴν παρέμβαση τῆς θείας Πρόνοιας στὴ ζωή του. Ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἁγία παιδεία Του σμίκρυνε τὸν θεράποντά Του ὣς τὸ μηδέν, παραδίδοντάς τον σὲ μιὰ κένωση ποὺ προετοίμασε τὴν ψυχή του νὰ συναντήσει τὸν Χριστὸ «ἐν δυνάμει πολλῇ». Ὅπως σημειώνει ὁ ὅσιος Γέροντας Σωφρόνιος, ἐλάχιστοι ὑπάρχουν στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς ὁποίους δόθηκε νὰ ἐγκαταλειφθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ τέτοιο βαθμὸ ὅπως ὁ ἅγιος Σιλουανός. Ὅταν ὅμως τὸν περιέλαμψε τὸ μέγα Φῶς κατὰ τὴ θέα τοῦ Χριστοῦ, ἡ θανάσιμη ὀδύνη τῆς ἐγκαταλείψεως μεταποιήθηκε σὲ «κατὰ Χριστὸν ταπείνωση». Οἱ δύο αὐτὲς ἄκρως ἀντίθετες καταστάσεις, τῆς καταβάσεως στὸν ἅδη καὶ τῆς φανερώσεως τῆς θείας δόξας, εἶναι κατ’ οὐσίαν ὀντολογικὰ ἰδιώματα τῆς αἰώνιας ἀγάπης τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅπως ὁ Θεός μας εἶναι ἀπόλυτος στὴν ἄμετρη ἰσχύ Του, εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτος στὴν κενωτική Του ταπείνωση. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μᾶς φανερώθηκε ἀπὸ τὸ Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Τριάδος, τὸν Κύριο Ἰησοῦ, «Ὃς μορφὴν δούλου λαβών, ἐταπείνωσεν Ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ἐντούτοις, κατόπιν «ὁ Θεὸς ὑπερύψωσεν Αὐτὸν καὶ ἐχαρίσατο Αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα… ἵνα πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός»[8].

Τὴ στιγμὴ τῆς θεωρίας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἐνήργησε μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ Ὁσίου ἕναν θαυμαστὸ πλατυσμό. Στὸ ἑξῆς, γιὰ πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια θὰ προσεύχεται μὲ τοὺς λόγους: «Δέομαί Σου, Ἐλεῆμον Κύριε, ἵνα γνωρίσωσί Σε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς». Κατὰ τὴν ὅραση τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μεταδίδει στὸν ἄνθρωπο τὴν κατάσταση τοῦ Ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μεταφέρεται στὸν Ἠγαπημένο. Ὅπως ὁ Χριστός, «ὁ Νέος Ἀδάμ», φέρει μέσα Του καὶ ἐργάζεται σωτηρία γιὰ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, ἔτσι καὶ κάθε ψυχὴ ποὺ ἔχει ἑνωθεῖ μὲ Αὐτόν, ἀποκτᾶ τὸ ἴδιο φρόνημα: «Ἵνα πάντες σωθῶσιν»[9].


[1]. Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σσ. 26-29.

[2]. Βλ. Λουκ. 12,49· Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σσ. 29-30.

[3]. Βλ. Α’ Κορ. 10,13.

[4]. Ψαλμ. 118,94.

[5]. Βλ. Ἀρχιμ. Ζαχαρία, Ὁ Πλατυσμὸς τῆς καρδίας, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012, σ. 54.

[6]. Ψαλμ. 118,126.

[7]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 384. Βλ. Ὁ Πλατυσμὸς τῆς καρδίας, σ. 65.

[8]. Βλ. Φιλιπ. 2,8-11.

[9]. Βλ. Ὁ Πλατυσμὸς τῆς καρδίας, σ. 64.