Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου

Τὸ «κρῖμα τοῦ Θεοῦ» στοὺς βίους τῶν Ὁσίων Του – Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ – Μέρος 4ο

Ομιλία Πανοσιολογιώτατου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Essex Αγγλίας, Αρχιμανδρίτη Πέτρου

ΜΕΡΟΣ 4ο

Θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἀναρωτηθεῖ: «Γιὰ ποιόν λόγο ἡ αὐτοκαταδίκη μᾶς δικαιώνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;».

Ἡ ἀπάντηση ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν μετανοοῦμε γιὰ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ὁμολογοῦμε μιὰ παγκόσμια ἀλήθεια καὶ ὡς ἐκ τούτου ἑλκύουμε τὸ Πνεῦμα τῆς Ἁληθείας, τὸ Ὁποῖο μᾶς θεραπεύει καὶ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ Φῶς τῆς Βασιλείας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καθαριζόμαστε ἀπὸ τὸν «νόμον τῆς ἁμαρτίας»[1] καὶ ὁ Ἀγαθὸς Παράκλητος διεισδύει στὴν καρδιά μας, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τὸν αἰώνιο νόμο ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται»[2].

Ὅπως γράφει ὁ ὅσιος Σωφρόνιος:

«Καὶ ἂν θέλουμε νὰ διεισδύσουμε στὸ μυστήριο καὶ νὰ γνωρίσουμε μὲ ποιόν τρόπο ἀγωνιζόταν (ὁ ὅσιος Σιλουανός), γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση, πρέπει νὰ στρέψουμε τὴν προσοχή μας στὰ παράδοξα λόγια του:

“Ἡ ἀγαπημένη μου ὠδή: Σὲ λίγο πεθαίνω καὶ ἡ ταλαίπωρη ψυχή μου κατεβαίνει στὸν ἅδη, καὶ ἐκεῖ θὰ πάσχω μόνος ἐγὼ στὴ σκοτεινὴ φυλακὴ καὶ θὰ κλαίω πικρά: ποθεῖ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριο καὶ Τὸν ἀναζητῶ μὲ δάκρυα. Πῶς νὰ μὴν Τὸν ζητῶ; Ἐκεῖνος πρῶτος μὲ ἀναζήτησε καὶ ἐμφανίσθηκε σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλό”.

Ὅταν ἔλεγε “ἡ ταλαίπωρη ψυχή μου κατεβαίνει στὸν ἅδη”, αὐτὸ δὲν ἦταν μόνο λόγια, ἀλλὰ πραγματικὸ βίωμα τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη, οἱ ὁποῖες ρίζωσαν στὴν καρδιά του τόσο βαθιά, ὥστε μποροῦσε μὲ μιὰ ὁρισμένη κίνηση τοῦ πνεύματός του νὰ τὶς ἐπαναφέρει μέσα του, ἄλλοτε σὲ μεγαλύτερο καὶ ἄλλοτε σὲ μικρότερο βαθμό. Καὶ ὅταν τὸ πῦρ τῶν κολάσεων τοῦ ἅδη προκαλοῦσε τὴν ἐπιδιωκόμενη ἐνέργεια, δηλαδὴ φόνευε τὸν ἐμπαθῆ λογισμό, τότε ἀντέτασσε στὴν παμφάγο ἐνέργειά του τὴ σωτήρια ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἐπίσης γνώρισε καὶ ἔφερε μέσα του»[3].

Μόνο μὲ τὴν ἑκούσια κατάβαση στὴν κόλαση, ἀκολουθώντας τὸν τύπο ποὺ ὑποδεικνύει τὸ Εὐαγγέλιο, μπορεῖ νὰ στερεωθεῖ ὁ πιστὸς στὴν ὁδὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ μαθητεύσει στὴν ἀπερίγραπτη ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του[4]. Τὸ πῦρ τῆς μετανοίας μὲ ἕναν τρόπο ἀόρατο ζωοποιεῖ καὶ δὲν φονεύει. «Μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ὁ ἄνθρωπος ὑπερνικᾶ τὶς συνέπειες τῆς πτώσεως καὶ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας ποὺ ζεῖ μέσα του»[5]. Ὅταν φλογερὴ προσευχὴ μετανοίας κατακαίει τὰ σωθικὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ πάσχουσα καρδιὰ ἐξαντλεῖται, τότε ἔρχεται ἀπροσδόκητα «δρόσος οὐράνιας παρακλήσεως»[6].

Ὁ ὅσιος Σιλουανὸς ἔμεινε πιστὸς στὴ μεγάλη αὐτὴ πνευματικὴ ἐπιστήμη, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στοὺς ἀκόλουθους λόγους ἀπὸ τὶς γραφές του:

«Ἔλεγαν οἱ Ἅγιοι: Θὰ τιμωρηθῶ στὸν ἅδη. Καὶ αὐτό, παρ᾽ὅλο ποὺ ἔκαναν θαύματα. Γνώριζαν ἀπὸ τὴν πείρα ὅτι, ἂν ἡ ψυχὴ καταδικάζει τὸν ἑαυτό της στὸν ἅδη, ἀλλὰ συγχρόνως ἐλπίζει στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται σὲ αὐτὴν καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυρεῖ φανερὰ τὴ σωτηρία. Μὲ τὴν αὐτοκατάκριση ἡ ψυχὴ ταπεινώνεται καὶ δὲν ὑπάρχουν πιὰ μέσα της λογισμοί, ἀλλὰ στέκεται μὲ καθαρὸ νοῦ μπροστὰ στὸν Θεό. Νά ἡ πνευματικὴ σοφία»[7].

Ὁ γέροντας Σωφρόνιος διέβλεπε ὅτι ἡ μέθοδος τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ στὴν ὕψιστη καὶ χαρισματική της τελειότητα, εἶναι ἀνέφικτη γιὰ τὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὠφέλεια, ὡστόσο, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ταπείνωση μὲ τὴν ὁποία ὁ κάθε πιστὸς ἐπιχειρεῖ νὰ τὴν προσεγγίσει. Γιὰ νὰ τονίσει τὸ σημεῖο αὐτό, ὁ Γέροντας ἀναφέρει ἕνα χωρίο ἀπὸ τὴν Κλίμακα, ὅπου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, γνωρίζοντας ὅτι πολλοὶ ἐπρόκειτο νὰ σκανδαλισθοῦν μὲ τὸ κεφάλαιο ποὺ ἀφοροῦσε τοὺς «μακάριους καταδικασμένους στὴ φυλακὴ τῶν μετανοούντων», γράφει:

«Σὲ μερικοὺς τὰ κατορθώματα τῶν μακαρίων αὐτῶν ἀνθρώπων ποὺ σᾶς διηγήθηκα θὰ φανοῦν ἀπίστευτα, σὲ ἄλλους δύσπιστα καὶ σὲ ἄλλους δημιουργοῦν ἀπόγνωσι. Ὁ γενναῖος ὅμως ἄνδρας… θὰ πάρη ἀπὸ αὐτὰ ἕνα κεντρὶ καὶ ἕνα πυρωμένο βέλος καὶ θὰ φύγη μὲ φλογερὸ ζῆλο στὴν καρδιά του. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει ὀλιγώτερη προθυμία, θὰ καταλάβη τὴν ἀδυναμία του, θὰ ἀποκτήση εὔκολα ταπεινοφροσύνη μὲ τὴν αὐτομεμψία καὶ θὰ τρέξη πίσω ἀπὸ τὸν προηγούμενο. Δὲν γνωρίζω μάλιστα μήπως καὶ τὸν προφθάση. Ἀντίθετα ὁ ἀμελὴς ἄνδρας δὲν πρέπει οὔτε νὰ πλησιάση (καὶ νὰ ἀκούση) αὐτὰ ποὺ διηγήθηκα, μὴ τυχὸν πέση σὲ τελεία ἀπόγνωσι καὶ σκορπίση καὶ αὐτὸ (τὸ ὀλίγο) ποὺ μέχρι τώρα κατορθώνει, καὶ ἐφαρμοσθῆ ἔτσι σ’ αὐτὸν ὁ λόγος τῆς Γραφῆς: “Ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει – προθυμία –, καὶ αὐτὸ ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει θὰ τοῦ ἀφαιρεθῆ”»[8].

Ἐντούτοις, ὑπάρχει καὶ ἄλλος συναφὴς τρόπος, ποὺ ψυχολογικὰ εἶναι προσιτὸς σὲ ὅλους καὶ φέρει τὸν ἴδιο καρπὸ τῆς σωτηρίας. Περιστρέφοντας δηλαδὴ τὰ δύο μέρη τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἀρχίζουμε ἀπὸ τὸ «καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι» καὶ εὐχαριστοῦμε κατ’ ἀρχὰς τὸν Θεὸ γιὰ ὅλα, φέροντας ὅμως σταθερὰ τὴ συνείδηση ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τῆς περιποιήσεως καὶ τῆς συμπόνοιάς Του, ἐφόσον εἴμαστε ὅλοι πληγωμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Ἐὰν, κατὰ τὸν ὅσιο Γέροντα Σωφρόνιο, ὁ Θεός μας εἶναι κρυμμένος μέσα στὶς ἐντολές Του, τότε καὶ ἡ ἐντολὴ «κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι», εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ἐφόσον ἡ μόνη ἀληθινὴ καὶ ἀσάλευτη ἐλπίδα ὅλου τοῦ κόσμου, «ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης»[9] εἶναι ἕνα Πρόσωπο: ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Αὐτὸς εἶναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»[10], ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλπίδα. Ὅταν λέει ὁ Κύριος: «Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον»[11], «μὴ ἀπελπίζου», τὸ κάνει γιὰ νὰ κατευθύνει τὸν νοῦ μας στὸ Πρόσωπό Του. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴ, ἕνας ἄλλος τρόπος γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸν λόγο: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι» θὰ ἦταν: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ σὲ Ἐμένα». Ὅταν προστάζει, «μὴν ἀπελπίζεσαι», εἶναι σὰν νὰ λέει, «μνημόνευε Ἐμοῦ-μνημόνευε τῆς Ἐμῆς ἀγάπης».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκδιδάσκει ἀκριβῶς τὸ ἴδιο, ὅταν παραινεῖ: «Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν»[12]. Ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ γίνεται ἀγωγὸς ποὺ μεταγγίζει σὲ ἐμᾶς τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν λέμε, «μνήσθητί μου, Κύριε», Τὸν παρακαλοῦμε νὰ μᾶς περιλάβει στὴ ζωή Του. Φέροντας μὲ εὐγνωμοσύνη στὸν νοῦ μας τὴ μνήμη τῶν ἐπισκέψεων τῆς Θείας Χάριτος καὶ ὅλη τὴν περιποίηση τῆς Θείας ἀγαθότητος, ἡ προσευχή μας μπορεῖ νὰ ἐκλάβει ἄκρως δυναμικὴ φορά. Ἐὰν ἐμμείνουμε σὲ αὐτὴ τὴν ἐργασία μὲ καρτερία καὶ τὴν κάνουμε πρόγραμμα ζωῆς, τότε θὰ ἔλθει στιγμὴ ποὺ θὰ διαπιστώσουμε ὅτι εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ Τοῦ προσφέρουμε ἄξια εὐχαριστία, καὶ αὐτὸ θὰ μᾶς ὁδηγήσει σταδιακὰ στὴν ὁμολογία ὅτι εἴμαστε ὄντως ἀνάξιοι ἑνὸς τέτοιου Θεοῦ.

Μὲ τὴν εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ ἑλκύουμε διηνεκῶς τὴ χάρη Του, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ εὐγνωμοσύνη γίνεται χάρισμα ποὺ ἀναπληρώνει τὰ ἐλλείποντα. Ὁ ἅγιος Βαρσανούφιος ἀναφέρει ὅτι ἡ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ καλύπτει τὰ λάθη μας καὶ πρεσβεύει ὑπὲρ τῆς ἀδυναμίας μας[13]. Ὅταν παραδιδόμαστε στὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας, ὁ Θεὸς μᾶς κατακλύζει μὲ ὁλοένα καὶ μεγαλύτερες εὐλογίες, ἀναζωπυρώνοντας τὴ ζέση τῆς προσευχῆς στὶς καρδιές μας. Ὅπως ἐπιβεβαιώνει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν»[14]. Τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου εἶναι πνεῦμα ἀλαζονείας, ἀγνωμοσύνης καὶ ἀπογνώσεως, ἐνῶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ εἶναι πνεῦμα εὐγνωμοσύνης καὶ ταπεινώσεως. Γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ὅσο περισσότερο εὐχαριστεῖ ὁ ἄνθρωπος τὸν Θεό, τόσο ταπεινότερος γίνεται, καθὼς δέχεται τὶς δωρεές Του, τὸ Πνεῦμα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἀκατάλυτης ζωῆς Του[15]. Ὅταν τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστίας φτάσει σὲ ἕνα ὁρισμένο πλήρωμα τότε γεννᾶ μέσα μας τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, καθὼς ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ πεπτωκυῖα μας κατάσταση μᾶς ἐμποδίζει νὰ προσφέρουμε τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ ἁρμόζει στὸν Θεό[16].


[1]. Βλ. Ρωμ. 7,23.

[2]. Ματθ. 5,4· Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 196.

[3]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σσ. 270-271.

[4]. Ἀναφορὰ στὴ Θεολογία τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, σ. 357· βλ. Ὁ Πλατυσμὸς τῆς καρδίας, σσ. 114-115.

[5]. Πρβλ. Ρωμ. 7,23· Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 145.

[6]. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 124.

[7]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 211.

[8]. Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ  5, 7, σ. 129· βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 323.

[9]. Κολ. 1, 27.

[10]. Ἰωάν. 14,6.

[11]. Λουκ. 12,32.

[12]. Β’ Τιμ. 2,8.

[13]. Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου, Κείμενα Διακριτικὰ καὶ Ἡσυχαστικά (Ἐρωταποκρίσεις), Ἐκδ. «Ἑτοιμασία», Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1996, Τόμος Α’, Ἀπόκριση 142, σ. 300.

[14]. Α’ Κορ. 2,12.

[15]. Τὸ χάραγμα τοῦ Χριστοῦ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, σ. 408.

[16]. Βλ. Ἀρχιμ. Ζαχαρία, Πιστοὶ στὴ διαθήκη τῆς ἀγάπης, Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012, σ. 422.