Πέμπτη, 7 Ιουλίου

Τὸ «κρῖμα τοῦ Θεοῦ» στοὺς βίους τῶν Ὁσίων Του – Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ – Μέρος 3ο

Ομιλία Πανοσιολογιώτατου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Essex Αγγλίας, Αρχιμανδρίτη Πέτρου

ΜΕΡΟΣ 3ο

Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ὅραση τοῦ Χριστοῦ ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτος βαθμηδὸν ἐλαττωνόταν. Ἡ μνήμη ἐκείνου ποὺ εἶχε γνωρίσει παρέμενε στὴ συνείδησή του, χωρὶς ὅμως τὴν πρότερη ἰσχύ. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χαρὰ στὴν καρδιά του μειώθηκαν, γιὰ νὰ ἀντικατασταθοῦν ἀπὸ ἀπορία καὶ ἀπὸ φόβο ἀπώλειας τοῦ οὐράνιου θησαυροῦ. Πῶς μποροῦσε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ ἀπώλεια αὐτή;

Ὁ ὅσιος Σιλουανὸς δέχθηκε τὴ χάρη τῶν τελείων ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς τους πορείας. Τὸ χάρισμα αὐτὸ ὅμως μετατρέπει τὴ ζωή σὲ ἀληθινὸ μαρτύριο, καθὼς ἡ πεπτωκυῖα ἀνθρώπινη φύση ἀδυνατεῖ νὰ φυλάξει τὸ πλήρωμα τῆς χάριτος. Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τῶν Πατέρων μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ στὸν παρόντα κόσμο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ πάσχει καὶ νὰ ὑπόκειται διαρκῶς «εἰς πύρωσιν πρὸς πειρασμόν»[1].

Βαρὺ πλῆγμα γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἅγιος δὲν βρῆκε Γέροντα ποὺ νὰ ἔχει ἀνάλογη πείρα μὲ αὐτὴ ποὺ δόθηκε στὸν ἴδιο στὴν ἀρχὴ τῆς μοναχικῆς του ζωῆς. Ἡ παρουσία ἑνὸς τέτοιου Γέροντος θὰ γινόταν σανίδα σωτηρίας, ποὺ θὰ τὸν καθοδηγοῦσε ἀσφαλῶς στὸν τιτάνιο ἀγώνα του μὲ τοὺς λογισμούς. Βεβαίως, ὁ Ἅγιος ἦταν καρτερόαθλος, καὶ τελικὰ ἐξῆλθε τροπαιοῦχος ἀπὸ τὸ φρικτὸ πεδίο τῆς πάλης τῶν λογισμῶν. Πολλοὶ ὅμως σὲ παρόμοιες περιπτώσεις παραφρονοῦν καὶ χάνονται. Ὡς μοναχὸς ὁ Σιλουανὸς γνώριζε ὅτι οἱ προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ ἀποκρούονται μὲ τὴν αὐτομεμψία. Στερημένος ὅμως ἀπὸ τὴ συμμαρτυρία κάποιου ἔμπειρου καθοδηγητῆ, ἀδυνατοῦσε νὰ βαδίσει τὴν ὁδὸ μέχρι τέλους.

Στοὺς βίους τῶν Ἁγίων, καὶ εἰδικότερα στὴν περιγραφὴ τῶν μετανοούντων στὴν Κλίμακα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, παρατηροῦμε ὅτι τὸ πένθος ἐκείνων ποὺ ἔχουν γνωρίσει τὴν τέλεια χάρη καὶ στὴ συνέχεια τὴ στερήθηκαν, εἶναι ἀπαράκλητο[2]. Τὸ βάσανό τους ξεπερνᾶ τὰ βάσανα αὐτῶν ποὺ καταδικάστηκαν σὲ θάνατο καὶ τὸ πένθος τους τὸ πένθος αὐτῶν ποὺ θρηνοῦν νεκρούς»[3]. Κατὰ τὴ μακρὰ περίοδο τῆς ἀποσύρσεως τῆς θείας χάριτος, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς στρεφόταν στὸν Θεὸ μὲ ἐπιμονὴ καὶ μεγάλα δάκρυα. «Ὑπομένων ὑπέμεινε τὸν Κύριον»[4] στὸ «μακρὺ καὶ ἀκανθῶδες μονοπάτι», προσφέροντας ἡμέρα καὶ νύχτα προσευχὴ μετανοίας «μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς» πρὸς τὸν μόνο «δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου»[5]. Καὶ ὅταν «ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου»[6], ὁ Θεὸς πράγματι ἔσπευσε νὰ τὸν συναντήσει καὶ νὰ τὸν προσλάβει καὶ πάλι μὲ Πατρικὴ ἀγάπη[7]. Αὐτὴ τὴ φορὰ μὲ τὴν ἄφθαρτη σπορὰ τοῦ λόγου Του στὴν καρδιὰ τοῦ ἐκλεκτοῦ Του.

  Διαβάζουμε στὸν βίο του:

«Δεκαπέντε χρόνια πέρασαν ἀπὸ τὴν ἡμέρα ποὺ τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος. Καὶ νά, σὲ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μαρτυρικοὺς νυχτερινοὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν δαιμόνων, ὅταν παρ᾽ὅλες τὶς προσπάθειές του δὲν μποροῦσε νὰ προσευχηθεῖ καθαρά, ὁ Σιλουανὸς σηκώθηκε ἀπὸ τὸ σκαμνὶ γιὰ νὰ κάνει μετάνοιες, ἀλλὰ εἶδε μπροστά του μιὰ γιγάντια μορφὴ δαίμονα νὰ στέκεται μπροστὰ στὴν εἰκόνα καὶ νὰ περιμένει νὰ δεχθεῖ τὴν προσκύνηση. Τὸ κελλὶ ἦταν γεμάτο δαίμονες. Ὁ Σιλουανὸς κάθησε πάλι στὸ σκαμνὶ καί, ἀφοῦ ἔσκυψε τὸ κεφάλι, μὲ θλιμμένη καρδιὰ πρόφερε τὴν προσευχή:

“Κύριε, βλέπεις πὼς θέλω νὰ προσευχηθῶ μὲ καθαρὸ νοῦ, ἀλλὰ οἱ δαίμονες δὲν μὲ ἀφήνουν. Δίδαξέ με τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ μὴ μὲ ἐνοχλοῦν”.

Καὶ ἄκουσε στὴν ψυχή του τὴν ἀπάντηση:

“Οἱ ὑπερήφανοι πάντοτε ἔτσι ὑποφέρουν ἀπὸ τοὺς δαίμονες”.

“Κύριε, δίδαξέ με τί πρέπει νὰ κάνω, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου”, εἶπε ὁ Σιλουανός.

Καὶ ἦρθε νέα ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Θεὸ στὴν καρδιά:

“Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι”»[8].

Ἡ σύντομη αὐτὴ συνομιλία σηματοδότησε νέο καὶ ἐξαιρετικὰ σπουδαῖο στάδιο στὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου. Ὁ θεῖος λόγος τοῦ μετέδωσε καινούργια ζωὴ καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του, νὰ ἀρχίσουν νὰ κατανοοῦν τὸ μυστήριο τῆς χριστοειδοῦς ταπεινώσεως. Τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας, ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια· ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωση, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Κύριο, ὀφείλει νὰ μαθητεύσει  στὴν ταπείνωση. Ἔκδηλη καταστάθηκε πλέον ἡ αἰτία τῆς ἀπώλειας τῆς χάριτος – ἡ ψυχή του δὲν κατεῖχε οὔτε τὴ γνώση οὔτε τὴ δύναμη γιὰ νὰ διαφυλάξει τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως τοῦ δόθηκε τὸ «φῶς τῆς γνώσεως». Στὸ ἑξῆς ἄρχισε νὰ κατανοεῖ τὶς γραφές καὶ νὰ διακρίνει τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας. Τοῦ ἀποκαλύφθηκαν πολλὰ μυστήρια ἀπὸ τοὺς βίους καὶ τὶς γραφὲς τῶν Ἁγίων.

 Ὁ Σιλουανὸς ἀπὸ τὴν πείρα τῆς προσωπικῆς του ζωῆς κατανόησε ὅτι, πεδίο τῆς πνευματικῆς μάχης τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ κακὸ εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά του. Τώρα πλέον, σὲ κάθε προσβολὴ τοῦ διαβόλου ἔπληττε ὁ ἴδιος τὴν καρδιά του μὲ πύρινη αὐτομεμψία. Καταδίκαζε τὸν ἑαυτό του στὴν αἰώνια βάσανο, ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς: «Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι ἅγιος, ἀληθινὸς καὶ εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας». Θωρακισμένος μὲ αὐτὴ τὴ πύρινη ρομφαία, ἔγινε ἀπρόσβλητος στὸ κακό. Σὲ κάθε ἐχθρικὴ ἐπίθεση κατακρήμνιζε μὲ ὀργὴ τὸν ἑαυτό του στὴν ἄβυσσο τοῦ ἐξώτερου σκότους, ὁπότε καὶ ὁ ἐχθρὸς ὑποχωροῦσε, καθὼς δὲν μποροῦσε νὰ ὑποφέρει τὴ βία τοῦ πυρὸς τῆς μετανοίας του. Ὅπως ἀργότερα μαρτυροῦσε στὶς γραφές του, μὲ τὴ «μεγάλη καὶ εὐγενὴ αὐτὴ ἐπιστήμη» ὁ νοῦς του καθαρίσθηκε καὶ τὸ πνεῦμα μαρτυροῦσε στὴν καρδιά του τὴ σωτηρία. Κρατώντας τὸν νοῦ του στὸν ἅδη χωρὶς νὰ ἀπελπίζεται, μποροῦσε νὰ «ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»[9], καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἁγιάσει «ὁλόκληρον τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα»[10].


[1]. Βλ. Α’ Πέτρ. 4,12· Πράξ. 26,23· Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 33.

[2]. Βλ. Ὁ Πλατυσμὸς τῆς καρδίας, σ. 73.

[3]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σσ. 47-48.

[4]. Ψαλμ. 39,1.

[5]. Ἑβρ. 5,7.

[6]. Γαλ. 4,4.

[7]. Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 393.

[8]. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 49

[9]. Βλ. Β’ Κορ. 7,1.

[10]. Βλ. Α’ Θεσ. 5,23.