Πέμπτη, 7 Ιουλίου

Τὸ «κρῖμα τοῦ Θεοῦ» στοὺς βίους τῶν Ὁσίων Του – Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ – Μέρος 1ο

Ομιλία Πανοσιολογιώτατου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Essex Αγγλίας, Αρχιμανδρίτη Πέτρου

ΜΕΡΟΣ 1ο

Ἡ ἁγία πίστη τῶν Πατέρων μας μαρτυρεῖ ὅτι «ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ μέτρο ὅλων τῶν πραγμάτων, Θείων καὶ ἀνθρωπίνων. Εἶναι ὁ πνευματικὸς ἥλιος, ποὺ φωτίζει τὰ σύμπαντα καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῶν προσταγμάτων Του γνωρίζουμε τὴν ὁδό»[1].

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ συνιστοῦν Αὐτοαποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, ὡς προβολὴ τοῦ Θείου Εἶναι στὸ ἐπίπεδο τῆς γῆς. Ὡστόσο, γιὰ κάποιους αὐτὲς εἶναι «ὀσμὴ ζωῆς εἰς ζωήν», ἐνῶ γιὰ ἄλλους «ὀσμὴ θανάτου εἰς θάνατον»[2], ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου ἐὰν δὲν ἀναγεννηθεῖ ἄνωθεν[3]. Ὅπως ὁ Ἴδιος ὁ Χριστὸς μαρτυρεῖ στὸν Νικόδημο: «Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἡ πνευματικὴ αὐτὴ ἀναγέννηση συνιστᾶ τὴν ὑπόθεση ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

Κατ’ οὐσίαν, ὅλοι λαμβάνουμε αὐτὴ τὴν ἄνωθεν γέννηση μέσα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ μήτρα τοῦ Βαπτίσματός μας. Ἐκεῖ, ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής, δεχόμαστε τὸ πλήρωμα τῆς θείας χάριτος μὲ τρόπο μυστικό. Ἐντούτοις, ἡ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, πρέπει νὰ ἐνεργοποιηθεῖ στὴ ζωή μας μὲ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν, δηλαδὴ μὲ τὴ διηνεκὴ αὔξησή μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσῳ τῆς μετανοίας, στὴν ὁποία ἀνακεφαλαιώνονται ὅλες οἱ ἐντολές[4]. Ἡ Γραφὴ λέει ὅτι, «πάντες ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ»[5]. Ἐναπόκειται, ἑπομένως, τὸ ἴδιο ἀγώνισμα γιὰ κάθε ἄνθρωπο, νὰ ἐξοικήσει ἀπὸ μέσα του τὸν νόμο τῆς ἁμαρτίας, καὶ νὰ ἐνοικήσει τὸν νόμο τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀγάπης· νὰ γίνει «καινὸς ἄνθρωπος, κτισθεῖς κατὰ Θεὸν ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι»[6].

Στὰ πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας παρατηροῦμε ὅτι, πράγματι ἔγιναν ἀληθινὲς ὑποστάσεις-ἀληθινὰ πρόσωπα, μία «καινὴ κτίσις», ὅταν ἡ αἰωνιότητα ἐπισκίασε τὴ ζωή τους, καὶ εἰδικότερα, ὅταν εἶχαν θεωρία Θεοῦ καὶ ἄκουσαν τὴ φωνή Του νὰ ἐνηχεῖ στὶς καρδιές τους. Τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα, ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐνήχηση τοῦ λόγου Του στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, συνιστοῦν ἐκεῖνο, ποὺ ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἀποκαλοῦσε γέννηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν «ἀσάλευτη Βασιλεία»[7]. Μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θείου Προσώπου καὶ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς φωνῆς Του προβάλλεται ὁ τύπος τῆς θεοειδοῦς ζωῆς καὶ τότε ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ συμμορφώσει τὴ ζωή του σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θείου Εἶναι ποὺ τοῦ φανερώθηκε.

Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἐπιβεβαιώνεται στὸν βίο τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου. Πρόκειται γιὰ Ἅγιο τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ θεωρία αὐτὴ σηματοδότησε τὴ στιγμὴ τῆς γεννήσεώς του στὴ χάρη τῆς υἱοθεσίας. Ἐπιπλέον, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς δέχθηκε στὴν καρδιά του λόγο δοσμένο ἀπὸ τὸν Θεό: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι». Ὅπως εὐκρινῶς διαφαίνεται στὶς γραφὲς τοῦ Ἁγίου, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνοικοῦσε μὲν πλουσίως στὴν καρδιά του, ἐντούτοις, ἡ συγκεκριμένη αὐτὴ προτροπή, «κράτα τὸν νοῦ σου στὸν ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι» ἀπέβη προφητικὸ γεγονὸς γιὰ τὴ ζωή του, ποὺ τὸν κατέστησε στόμα Θεοῦ γιὰ τὴ γενεά μας.

Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς δέχθηκε ποικιλοτρόπως τὴν κλήση τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του· πρώτη φορά, ὅταν ἄκουσε γιὰ τὸν βίο καὶ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Σέζενωβ, τοῦ Ἐγκλείστου καὶ δεύτερη φορά, ὅταν ἄκουσε τὴ φωνὴ τῆς Παναγίας νὰ τὸν νουθετεῖ. Κατὰ τὴν τρίτη περίσταση ἡ κλήση ἦταν πλέον ἐπιτακτική, ὅταν ὁ Ἅγιος ἐπιχείρησε νὰ συναντήσει τὸν πατέρα Ἰωάννη τῆς Κρονστάνδης καὶ νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία του. Μὲ τὴν ἐνέργεια τῶν προσευχῶν τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἤδη ἀπὸ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ νεαρὸς Συμεὼν ἔνιωθε «γύρω του νὰ βουΐζουν οἱ φλόγες τοῦ ἅδη». Ἡ κατάσταση αὐτὴ ἦταν ἕνα χάρισμα ἐκ Θεοῦ, ποὺ ἀναζωπύρωσε τὴ μετάνοιά του, ἐνισχυσε τὴ φύση του καὶ ἐπιτάχυνε τὴ διαδικασία τῆς καθάρσεώς του.

Ὅπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, ὁ ὅσιος γέροντας Σωφρόνιος, ἡ ἐκπληκτικὰ βαθειὰ συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας ποὺ συνεῖχε τὸν ἅγιο Σιλουανὸ ἦταν δωρεὰ τῆς χάριτος. Ἡ πίστη στὴ μέλλουσα κρίση τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ φόβος τῆς αἰώνιας ἀπώλειας ποὺ γεννήθηκε στὴν ψυχή του, τὸν ὁδήγησαν στὴ φλογερὴ ἐκζήτηση συμφιλιώσεως μὲ τὸν Σωτήρα Θεὸ πρὶν ἀπέλθει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Ἀντιλήφθηκε τὴν ἁμαρτία ὄχι ὡς παράβαση κάποιου ἠθικοῦ κώδικα, ἀλλὰ ὡς ἀπόκλιση ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν πλασμένος καὶ ἡ ὁποία ἦταν ὁ κατεξοχὴν προορισμός του. Στὴν κατάσταση αὐτὴ ξεκίνησε γιὰ τὸ Ὄρος τοῦ Ἄθωνα.


[1]. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σ. 253.

[2]. Βλ. Β’ Κορ. 2,16.

[3]. Βλ. Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, σσ. 325-326.

[4]. Βλ. Μάρκου Ἀσκητοῦ, Περὶ τῶν οἰομένων ἐξ ἔργων δικαιοῦσθαι, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, Τόμος Α’, ἐκδοτ. οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι 1957, στίχοι 61 καὶ 92, σσ. 113, 115.

[5]. Ρωμ. 3,23.

[6]. Βλ. Ἐφ. 4,24.

[7]. Βλ. Ἑβρ. 12,28.